Τα διλήμματα συνομιλίες ή πόλεμος και λύση ή διχοτόμηση της Κύπρου είναι πλασματικά

Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος

15 Μαρτίου 2017

Είναι πραγματικά τραγικό να αναλογιστεί κανείς ότι για 40 χρόνια συνομιλούμε, χωρίς να καταφέρουμε να συμφωνήσουμε ποτέ, για μια λύση, η οποία και αν ακόμα τη συμφωνούσαμε δεν θα λειτουργούσε ποτέ![1]

Από το 1977 που έγινε επί της αρχής αναφορά για κάποια μορφή Ομοσπονδίας αόριστου τύπου, μέχρι και σήμερα που προτάθηκαν και συζητήθηκαν όλες οι λεπτομέρειες μιας sui generis Δ.Δ.Ο., το χάσμα παραμένει αγεφύρωτο, παρά την εξαιρετικά επικίνδυνη εφεύρεση της έννοιας της εποικοδομητικής ασάφειας και παρά την ανάδειξη στην εξουσία ταυτόχρονα, εκπροσώπων των 2 κοινοτήτων που, εκ μέρους της Ε/κ πλευράς ήταν, και εκ μέρους της Τ/κ πλευράς τουλάχιστον υποστήριζαν ότι ήταν, αναφανδόν υπέρ της λύσης, έστω και αν αυτή θα ήταν άδικη και οδυνηρή για τους Ε/κ.[2]

Μερικοί από τους λόγους για τους οποίους η επιδιωκόμενη λύση στη συγκεκριμένη μορφή της δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί ή να λειτουργήσει είναι, ενδεικτικά:

  • Η εξαιρετικά στρατηγικής σημασίας γι’ αυτήν πολιτική της Τουρκίας, να θέλει να ασκεί πλήρη έλεγχο επί ολόκληρης της Κύπρου και τα περαιτέρω επεκτατικά της σχέδια.
  • Η θέση ισχύος στην οποία βρίσκεται η Τουρκία (πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά).
  • Τα συμφέροντα της Τουρκίας που είναι σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα των Ε/κ ακόμα και σε σημαντική αντίθεση με βασικά συμφέροντα των Τ/κ.
  • Η πλήρης εξάρτηση των Τ/κ από την Άγκυρα και η απροθυμία τους να αποστασιοποιηθούν από τα συμφέροντα της και να υποστηρίξουν τα συμφέροντα της Κύπρου και των κοινοτήτων της.
  • Η απροθυμία των Τ/κ να επιστρέψουν στους Ε/κ, έστω και κάποια, από τα παρανόμως και δια της βίας κτηθέντα το 1974 σε βάρος των Ε/κ και η επιμονή τους να συμπεριφέρονται ως οι νικητές ενός “πολέμου” που θεωρούν ότι θα πρέπει να επιβάλουν τους όρους τους στους ηττημένους.
  • Η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ τους και η ανωριμότητα και των 2 κοινοτήτων (μεταξύ άλλων αδυναμία συνεργασίας στη βάση αμοιβαίων συμφερόντων των 2 κοινοτήτων που δεν συμπίπτουν με τα συμφέροντα της Τουρκίας[3]).
  • Η ανωριμότητα διεθνών συνθηκών με την έννοια ότι η Δύση θεωρεί ότι η Τουρκία είναι πολύ πιο σημαντική γι’ αυτήν απ’ ότι η Ελλάδα και η Κύπρος.
  • Η έλλειψη βούλησης από τη διεθνή κοινότητα να στηρίξει αποφασιστικά λύση στη βάση των αρχών της Ε.Ε. και του διεθνούς δικαίου και να ικανοποιήσει κάποιες ελάχιστες δίκαιες διεκδικήσεις των Ε/κ.
  • Η ανικανότητα της Ελλάδας να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο υπέρ της Ε/κ πλευράς.
  • Η θέση αδυναμίας στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας (πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά).
  • Η αυτή καθ’ εαυτή μη λειτουργικότητα της Δ.Δ.Ο., η οποία θα δημιουργεί καθημερινά εστίες αντιπαράθεσης και τριβής μεταξύ Ε/κ από τη μια και Τ/κ και της ίδιας της Τουρκίας από την άλλη, με αποτέλεσμα την παράλυση των ομοσπονδιακών δομών και λειτουργιών λόγω των βέτο των Τ/κ. Η Τουρκία δεν φημίζεται για την τήρηση των συμφωνηθέντων.
  • Η εξαιρετικά αμφίβολη οικονομική βιωσιμότητα της Δ.Δ.Ο. Κανείς δεν έχει υπολογίσει το κόστος λειτουργίας και το κόστος (πέραν του πολιτικού) της μη λειτουργικότητας. Π.χ. το κόστος από πολύ πιθανές διαφωνίες στη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων.

Το κόστος των συνομιλιών είναι η παγίωση των υποχωρήσεων μας στην αντίληψη της διεθνούς κοινότητας, η απώλεια του δικαίου που ήταν με την πλευρά μας μετά τη 2η φάση της Τουρκικής εισβολής και η παγίωση των τετελεσμένων μέσω της παρόδου του χρόνου. Το επιχείρημα ότι μόνο όταν υπήρχαν συνομιλίες η Τουρκία δεν προέβαινε σε μονομερείς ενέργειες είναι πραγματικά εκπληκτικά αφελές. Όπως μόλις πολύ πρόσφατα τόνισε και ο Τ/κ διαπραγματευτής[4], ο σκοπός των Τουρκικών μονομερών ενεργειών είναι ο εξαναγκασμός των Ε/κ να προβούν σε περαιτέρω παραχωρήσεις στις συνομιλίες και να αποδεχθούν λύση.

Το αναπόδραστο συμπέρασμα από τα πιο πάνω είναι ότι δεν μπορεί να προκύψει λύση από συνομιλίες, αλλά και αν ακόμα προκύψει δεν θα λειτουργήσει ποτέ. Ίσως σε μερικές δεκαετίες, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες και οι 2 κοινότητες, αν βέβαια μέχρι τότε το πρόβλημα δεν λυθεί από μόνο του. Η αντίληψη ότι το Κυπριακό μπορεί να λυθεί μόνο με συνομιλίες στο σύντομο μέλλον είναι μη ρεαλιστική. Επίσης μη ρεαλιστική επιλογή στο σύντομο μέλλον είναι οποιαδήποτε στρατιωτική επιλογή.

Μέχρι τότε, οι πιθανότητες να λυθεί σε βάρος της Ε/κ πλευράς είναι περισσότερες – παγίωση τετελεσμένων, ανατροπή πληθυσμιακής αναλογίας, σταδιακή διεθνής αναβάθμιση του καθεστώτος των κατεχομένων και τελικά αναγνώριση του ψευδοκράτους. Υπάρχουν όμως, έστω και σημαντικά λιγότερες, πιθανότητες να λυθεί ευνοϊκά για την πλευρά μας, μόνο σε περίπτωση που η Τουρκία παύσει να είναι αξιόπιστος σύμμαχος για τη Δύση ή υποστεί σημαντικές αλλαγές εκ των έσω (διαμελισμός) ή βρεθεί σε αντίθετο στρατόπεδο με τις Δυτικές δυνάμεις και/ή τη Ρωσία (προσχώρηση της στον τζιχαντιστικό ισλαμισμό). Αυτά είναι πέραν του ελέγχου μας και ελλείψει ρεαλιστικής και εφικτής εναλλακτικής, το μόνο που μπορεί να κάμει η Κύπρος είναι να προετοιμάζεται με συγκεκριμένο στρατηγικό σχέδιο (το δικό μας σχέδιο ανάκτησης της Κύπρου) για την περίπτωση μελλοντικών ευνοϊκών ανατροπών του παρόντος (αν)ισοζυγίου δυνάμεων. Μερικές από τις παραμέτρους ενός τέτοιου σχεδίου είναι:

  • Προώθηση, συνέχιση και ενίσχυση στρατηγικών συμμαχιών και συνεργασιών με άλλα Κράτη.
  • Σθεναρή αντιμετώπιση κάθε προσπάθειας της Τουρκίας να ενδυναμώσει τη θέση της όσον αφορά τις σχέσεις της με την Ε.Ε. Η αντίθετη πολιτική της υποστήριξης της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας δεν επέφερε παρά μόνο αρνητικά αποτελέσματα.

Σθεναρή αντιμετώπιση με κάθε νόμιμο διαθέσιμο μέσο κάθε προσπάθειας των Τ/κ για άρση της “απομόνωσης” τους, με ταυτόχρονη προβολή της θέσης ότι η μόνη απομόνωση που πρέπει να αρθεί στην Κύπρο είναι η απομόνωση των εκτοπισθέντων από τη γη τους και η απομόνωση των Ε/κ από το Βορρά, στα πλαίσια εθνοκάθαρσης συνεπεία παράνομης εισβολής και κατοχής.

  • Η προώθηση της υπόθεσης των Κούρδων και η χρήση κάθε μέσου για σύνδεση της πολιτικής της Ε.Ε. για κυρώσεις σε τρίτους (π.χ. εναντίον Ρωσίας λόγω Ουκρανίας και Κριμαίας) με υιοθέτηση ανάλογων μέτρων εναντίον της Τουρκίας.
  • Η ανάδειξη της αναξιοπιστίας της Τουρκίας έναντι των συμμάχων της.
  • Αξιοποίηση και εκμετάλλευση φυσικών πόρων μέσω στρατηγικών συμμαχιών και συνεργασιών.
  • Οικονομική ανάκαμψη μέσω, μεταξύ άλλων, της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων.
  • Βελτίωση αμυντικής ικανότητας όταν οι συνθήκες (κυρίως οι οικονομικές) το επιτρέψουν. Πολιτική επανάκτησης του ηθικού πλεονεκτήματος και του πλεονεκτήματος του δικαίου με τη χρήση όλων των διεθνών νομικών μέσων, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Η δικαιολογία ότι θα επηρεαστούν οι συνομιλίες δεν υφίσταται πλέον (αν βέβαια υποθέσουμε και δεχθούμε ότι ήταν ποτέ βάσιμη).
  • Εμπέδωση στη διεθνή κοινότητα της αντίληψης ότι η Κύπρος είναι σημαντική γι’ αυτήν (φυσικοί πόροι) και ότι δεν πρέπει να αφεθεί στον πλήρη έλεγχο μιας αναξιόπιστης Τουρκίας.
  • Εμπέδωση στη διεθνή κοινότητα της αντίληψης ότι η Κύπρος – μέλος του Οργανισμού των Η.Ε. και της Ε.Ε. – πρέπει κάποτε να καταστεί ένα “φυσιολογικό” Κράτος. Ως τέτοιο δεν μπορεί να έχει Πολιτικές, Συνταγματικές και Διοικητικές δομές που να βασίζονται στην νομιμοποίηση και αναγνώριση της εθνοκάθαρσης, του εποικισμού, του περιορισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των διακρίσεων στη βάση εθνοτικής καταγωγής και θρησκείας, ούτε να έχει Εγγυήτριες Δυνάμεις και δικαιώματα επέμβασης από την Τουρκία.[5]

Τα διλήμματα συνομιλίες ή πόλεμος και λύση ή διχοτόμηση είναι πλασματικά και τίθενται εξαιρετικά παραπλανητικά από αυτούς που θέλουν τους Ε/κ να προβούν σε απαράδεκτες υποχωρήσεις προς την Τουρκική πλευρά. Χωρίς συνομιλίες και χωρίς πόλεμο και χωρίς να υπάρξει κάποια συμφωνημένη “λύση”, έχουν συμβεί κοσμογονικά γεγονότα σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα όπως, π.χ. η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και η συνεπακόλουθη απελευθέρωση Λεττονίας, Εσθονίας, Λιθουανίας και πρώην Ανατολικών χωρών, η επανένωση της Γερμανίας, η αποχώρηση των κατοχικών Ινδονησιακών στρατευμάτων από το Ανατολικό Τιμόρ. Αν δε η επιδιωκόμενη λύση είναι χειρότερη και από αυτή τη διχοτόμηση, απλά δεν είναι λύση και είναι προτιμότερο ότι ενδεχομένως αρνητικό συμβεί σε βάθος χρόνου, να συμβεί χωρίς τη συναίνεση μας, έτσι ώστε να υπάρχει δυνατότητα ανατροπής αν το επιτρέψουν οι συνθήκες.

  • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, 2/8/2017

[1] Οι συνομιλίες μεταξύ 1968 και 1974 διεξάγονταν πάνω σε άλλη βάση.

[2] Χριστόφιας – Ταλάτ, Ακιντζί – Αναστασιάδης.

[3] Π.χ. η χάραξη της ΑΟΖ της Κύπρου σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο έστω και αν αυτό συμφέρει στην Κύπρο ως σύνολο αλλά δεν συμφέρει στην Τουρκία ή η απαίτηση για “ισότιμη μεταχείριση” Τούρκων πολιτών στην Κύπρο.

[4] Από δημοσιεύματα μετά την αποτυχία της Διάσκεψης της Γενεύης, πληροφορούμαστε ότι “Σε ανακοίνωση της «προεδρίας» αναφέρεται ότι ο κ. Ναμί είπε πως «η διαδικασία δεν απέτυχε λόγω των διαφορών στο θέμα των εγγυήσεων ή του αριθμού των στρατιωτών, ο κύριος λόγος ήταν η άρνηση της ε/κ πλευράς να κάνει ένα νέο βήμα». Ανέφερε ακόμη ότι η τ/κ πλευρά δεν έχει κανένα πρόβλημα με τις παραμέτρους των ΗΕ και πως λειτούργησε στο πλαίσιο των παραμέτρων αυτών, ενώ αντίθετα η ε/κ πλευρά τις απέρριψε. Πρόσθεσε επίσης ότι από εδώ και πέρα ο στόχος της τ/κ πλευράς είναι να εξαναγκάσει την ε/κ πλευρά σε λύση, με πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο.”

[5] Προηγούμενο τέτοιου “φυσιολογικού” κράτους δεν υπάρχει πουθενά.

Πηγή: ΑΠΟΨΕΙΣ