Εκλογές και συνομιλίες

Λουκής Γ. Λουκαΐδης, Δικηγόρος, πρώην δικαστής του ΕΔΑΔ

17 Δεκεμβρίου 2017

Αναμένουν οι ψηφοφόροι την πολιτική ή όπως αλλιώς την ονομάζουν τη στρατηγική των υποψηφίων προέδρων στο εθνικό μας θέμα, αλλά μέχρι τώρα το τοπίο είναι κάπως θολό αφού δεν ξεχωρίζει με σαφήνεια η γραμμή που θα ακολουθηθεί από τον νέο Πρόεδρο. Περίπου όλοι μιλούν για συνομιλίες με την τουρκική πλευρά, αλλά η στρατηγική των συνομιλιών δεν είναι σαφώς προκαθορισμένη. Άλλοι μιλούν για συνομιλίες με βάση την «διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία» και άλλοι μιλούν για στρατηγική πιέσεων, η φύση των οποίων δεν είναι ξεκάθαρη. Είμαστε στην πιο κρίσιμη φάση του Κυπριακού έχοντας υπόψη το τι έχει συμβεί μέχρι τώρα. Βεβαίως πέρασε και από άλλες φάσεις το πρόβλημα μας που χαρακτηρίζονταν κρίσιμες, αλλά αυτή τη φορά η φάση είναι κυριολεκτικά επείγουσα. Αρχίζοντας από την ιδέα των συνομιλιών, χωρίς να προχωρήσουμε στους στόχους του κάθε υποψηφίου, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ τη διαδικασία αυτή έχοντας υπόψη ότι δοκιμάστηκε 42 χρόνια και απέτυχε παταγωδώς. Και έχοντας υπόψη ότι ο κύριος συνομιλητής της άλλης πλευράς δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Ερντογάν, δηλαδή έναν αδίστακτο και αδιάλλακτο φασίστα με έμμονη την πολιτική του που στρέφεται εναντίον των συμφερόντων της Κύπρου: Αναγνώριση του ψευδοκράτους και τουρκοποίηση σταδιακά της Κύπρου.

Μου κάνει δε εντύπωση η επιμονή όλων, της ηγεσίας μας και εκείνης της Ελλάδος, για συνομιλίες από εκεί που σταματήσαμε, δηλαδή από το βάθος το γκρεμού. Τώρα πώς θα αλλάξει πολιτική η άλλη πλευρά με αυτή τη διαδικασία χωρίς να έχει μεσολαβήσει τίποτε, μου είναι ακατανόητο. Και έρχομαι τώρα στους στόχους των συνομιλιών των διάφορων υποψηφίων. Όποια γραμμή και αν είναι οποιουδήποτε υποψηφίου προέδρου είναι καταδικασμένη από τη στάση της Τουρκίας. Αλλά ας πούμε ότι υπάρχει ελπίδα (που εγώ δεν πιστεύω), ενός  διαλόγου στον οποίον να πλησιάζει η τουρκική πλευρά στις θέσεις που καθιστούν μια λύση βιώσιμη και σύμφωνη με ορισμένες βασικές αρχές ποια θα είναι η γραμμή που θα ακολουθήσει ο κάθε υποψήφιος; Ο μεν Αναστασιάδης και το ΑΚΕΛ επιδιώκουν λύση «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας» με όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά που έχουν γίνει πλέον γνωστά και που καταλήγουν σε διαχωρισμό της Κύπρου σε δύο περιοχές που να κατοικούνται και να διοικούνται από τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους αντίστοιχα και αυτόνομα η κάθε μια. Μια «ομοσπονδία» με ίση εκπροσώπηση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων σε μια, ας πούμε «κεντρική κυβέρνηση», με εκ περιτροπής προεδρία και με τη συγκατάθεση των Τουρκοκυπρίων σε κάθε θέμα που αφορά την Κύπρο σαν σύνολο και άλλα τελοσπάντων αρνητικά που προέκυψαν και από το σχέδιο ΑΝΑΝ. Άλλοι σαν τον Λιλλήκα είναι εναντίον της «διζωνικής δικοινοτικής» με νεφελώδη όμως ορίζοντα ως προς τα μέτρα και τον τρόπο που θα τα διεκδικήσουν. Υπάρχει και η πολιτική Νικόλα Παπαδόπουλου και των άλλων κομμάτων που τον ακολουθούν, δηλαδή «η διζωνική ομοσπονδία με το σωστό περιεχόμενο», μια πολιτική αντιφατική διότι ένα τέτοιο «περιεχόμενο» θα είναι αναπόφευκτα ασυμβίβαστο με τα βασικά στοιχεία της εν λόγω «λύσης». Δηλαδή θα συγκρούεται με τον διαχωρισμό των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων λόγω των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως είναι η απαγόρευση φυλετικών διακρίσεων.

Και το ΕΛΑΜ προβάλλει τη δική του ανεξάρτητη ριζοσπαστική πολιτική. Το αποτέλεσμα είναι ότι ενώ βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού, δεν έχουμε πολιτικούς με μελετημένες μεθόδους πολιτικής που να καθιστούν τη λύση του κυπριακού βιώσιμη. Εκείνοι που πιστεύουν στις συνομιλίες, όποιοι και να είναι οι στόχοι τους, είναι καταδικασμένοι να αποτύχουν εκτός εάν είναι διατεθειμένοι να υποταχτούν στην Τουρκία, πράγμα αδύνατο. Ο συνομιλητής τους είναι αδίστακτος και έχει τα σχέδια του τα λέει και σταδιακά τα εφαρμόζει σε βάρος της χώρας μας. Βεβαίως μπορεί να προβληθεί η ερώτηση που την ακούμε συχνά ότι εάν δεν συνομιλήσουμε τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Θα επαναλάβω αυτό το οποίο ξαναείπα, ότι παρά να έχουμε συνομιλίες που χειροτερεύουν την παρούσα κατάσταση, καλύτερα να διατηρήσουμε αυτά που έχουμε, να τα ενισχύσουμε και να κρατήσουμε μια στάση αξιοπρεπή όπως αρμόζει σε κάθε κράτος ώσπου να βελτιωθούν τα δεδομένα.

 

Πηγή: Ο Φιλελεύθερος