Περί στρατηγικής στο Κυπριακό

Άθως Κοιρανίδης

Άθως Κοιρανίδης Πρόεδρος Πνοής Λαού

17 Φεβρουαρίου 2017

Η στρατηγική είναι επιστήμη. Δεν είναι μηχανισμός έκφρασης κομματικών και προσωπικών ψευδαισθήσεων, αυταπατών, ιδεολογικών αγκυλώσεων και συμφερόντων, όπως ερμηνεύεται από την πολιτική ηγεσία

μας. Όπως όλες οι επιστήμες, , θεμελιώνεται σε θεωρία, τεκμηριώνεται με εμπειρική έρευνα και εξελίσσεται με συστηματική αναλυτική επεξεργασία των ερευνητικών αποτελεσμάτων.

Στρατηγική ορίζεται ως το σύνολο των προσχεδιασμένων ενεργειών που αποσκοπούν στην υλοποίηση ενός συγκεκριμένου οράματος. Απαραίτητη προϋπόθεση για ορθό στρατηγικό σχεδιασμό αποτελεί η ύπαρξη συγκεκριμένου ξεκάθαρου οράματος. Όραμα ορίζεται ως η συνοπτική και περιεκτική περιγραφή του μακροπρόθεσμου επιδιωκόμενου περιβάλλοντος που θα προκύψει από τη μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων και την τήρηση των αξιών. Κομβικό ρόλο στο σχεδιασμό στρατηγικής για υλοποίηση του οράματος αποτελεί ο εντοπισμός των αντιπάλων, η κατανόηση και ανάλυση των δικών τους οραμάτων και στρατηγικών σχεδιασμών και ο καθορισμός δράσεων για αντιμετώπισή τους.

Στην περίπτωση της Κύπρου, ουδέποτε υπήρξε υψηλή στρατηγική, με αποτέλεσμα να έχουμε καταστροφικά αποτελέσματα. Η Κυπριακή Δημοκρατία ποτέ δεν είχε επίσημο ξεκάθαρο όραμα. Ουδέποτε μελετήθηκαν εις βάθος τα οράματα και οι στρατηγικές των διαφόρων αντιπάλων μας. Ουδέποτε αναγνωρίστηκε η διασύνδεση της στρατηγικής στο κυπριακό με την στρατηγική για τις υπόλοιπες ζωτικές πτυχές του κράτους (π.χ. οικονομία, ενέργεια, ασφάλεια, πολιτισμός, κοινωνία, υγεία, παιδεία κλπ). Τα πιο πάνω, επέτρεψαν την ανάπτυξη διαφορετικών οραμάτων από τις πολιτικές παρατάξεις, θρησκευτικές ομάδες και άλλους φορείς και πολλαπλάσιων ερμηνειών αυτών των οραμάτων από τους πολίτες. Ταυτόχρονα, οδήγησαν στην ανάπτυξη αυτοσχέδιων, πρόχειρων και ερασιτεχνικών στρατηγικών από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στην αντανακλαστική αντιμετώπιση των στρατηγικών κινήσεων των αντιπάλων.

Βασικοί αντίπαλοι της Κυπριακής Δημοκρατίας στο κυπριακό είναι αδιαμφισβήτητα η Τουρκία και η Αγγλία. Τα οράματα των δύο αυτών χωρών σε σχέση με την Κύπρο είναι προ πολλού ξεκάθαρα και ευθαρσώς δεδηλωμένα, παρόλο που μεγάλο μέρος της πολιτικής ηγεσίας εθελοτυφλεί και τα αμφισβητεί. Το όραμα της Τουρκίας για την Κύπρο αποτυπώνεται λεπτομερώς στις εκθέσεις Νιχάτ Ερίμ του 1956, στο Σχέδιο Ανάκτησης Κύπρου του Γραφείου Ειδικού Πολέμου του Τουρκικού Επιτελείου Στρατού του 1958 και στο Στρατηγικό Βάθος του Αχμέτ Νταβούτογλου του 2010. Θέλει την Κύπρο ως Τουρκικό προτεκτοράτο. Το όραμα της Αγγλίας για την Κύπρο διαφαίνεται ευκρινώς στα αποχαρακτηρισθέντα έγγραφα του Βρετανικού αρχείου. Θέλει την Κύπρο ως μόνιμο σταθερό αεροπλανοφόρο της στην Ανατολική Μεσόγειο, μέσω των βάσεων. Παρόλη τη διαφορά στα δύο οράματα, η υψηλή στρατηγική των δύο αυτών κρατών κατέδειξε ότι μπορούν να συνυπάρξουν και να υλοποιηθούν αν αποδομηθεί και διαλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία. Γνωρίζοντας την νομική αδυναμία των διεκδικήσεων τους με βάση το διεθνές δίκαιο, τα δύο αυτά κράτη χρησιμοποίησαν ως βασικό στρατηγικό εργαλείο την Τουρκοκυπριακή μειονότητα στην οποία προσέδωσαν σταδιακά οντολογική αξία. Αρχικά προάγοντάς την σε κοινότητα, στη συνέχεια διαχωρίζοντάς την γεωγραφικά από τον υπόλοιπο πληθυσμό, μετά ελέγχοντάς την αριθμητικά με την εισροή εκατοντάδων χιλιάδων εποίκων, έπειτα ανακηρύσσοντάς την σε «κράτος» και εσχάτως προσπαθώντας να την μετατρέψουν σε συνιστώσα πολιτεία ενός νέου διεθνώς αναγνωρισμένου συνεταιριστικού ομόσπονδου κράτους.

Λόγω ακριβώς της απουσίας υψηλής στρατηγικής στο Κυπριακό, από τη δεκαετία του 1950 και εντεύθεν, η Ελληνοκυπριακή ηγεσία υπηρετεί το στρατηγικό σχέδιο της Τουρκίας ενισχύοντας το μέγιστο στρατηγικό εργαλείο της. Αρχικά αναγνώρισε την Τουρκοκυπριακή κοινότητα και της έδωσε συνταγματική υπόσταση, στη συνέχεια τη δέχθηκε ως τον μόνο συνομιλητή της απομπλέκοντας και από-ενοχοποιώντας την Τουρκία ως το κυπριακό να ήταν εσωτερική διένεξη, μετά της αναγνώρισε πολιτική ισότητα, την περίφερε σε όλα τα διεθνή σώματα ως ισότιμη, ανέχτηκε επίσημες επισκέψεις ξένων αξιωματούχων στα κατεχόμενα και σήμερα συζητά την παραχώρηση σ’ αυτή αριθμητικής ισότητας.

Αν υπήρχε από την Κυπριακή Δημοκρατία υψηλή στρατηγική στο κυπριακό, κύριος στρατηγικός στόχος θα ήταν η αποδόμηση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας και η ανάδειξη και προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων και συμφερόντων των Τουρκοκυπρίων πολιτών. Η επιβεβαιωμένη πλέον συντριπτική αριθμητική υπεροχή των εποίκων στα κατεχόμενα, η ντε φάκτο προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία και η επίσημη παραδοχή της Τουρκίας ότι το ενδιαφέρον της για την Κύπρο δεν σχετίζεται με τους Τουρκοκύπριους, ενισχύουν την θέση ότι η ούτω καλούμενη Τουρκοκυπριακή κοινότητα έχει αλλοτριωθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν υπηρετεί το συμφέρον της Κυπριακής Δημοκρατίας και των νόμιμων πολιτών της, αλλά αυτό της Τουρκίας.

Η προβολή στη διεθνή κοινότητα ενός ξεκάθαρου κρατικού οράματος, κοινού για όλους τους νόμιμους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας (Έλληνες, Τούρκους, Αρμένιους, Μαρωνίτες κ.λ.π) εδρασμένου στο διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, στα προηγμένα δημοκρατικά θέσμια, στην οικονομική και πολιτική ευημερία και η αντιπαραβολή του με το ιμπεριαλιστικό νέο-οθωμανικό όραμα της Τουρκίας, δεν μπορεί παρά να τύχει ευνοϊκής αντιμετώπισης, ιδιαίτερα αν προωθηθεί με έξυπνη και δυναμική διπλωματία. Στρατηγικός στόχος αυτής της προσπάθειας πρέπει να είναι η εκ βάθρων αναθεώρηση του συντάγματος του 1960 ώστε αφενός να εξαλειφθεί το ρατσιστικό δι-κοινοτικό στοιχείο και αφετέρου να καταργηθεί η παράνομη συνθήκη εγγυήσεως και η συνθήκη συμμαχίας. Οι διεθνείς συγκυρίες σήμερα είναι ευνοϊκές όσο ποτέ προηγουμένως και δεν ξέρουμε για πόσο θα παραμείνουν έτσι.

πηγη : η σημερινή