Οι υποχωρήσεις μας, έξω και αντίθετα προς το Σύνταγμα και το Δίκαιο

Ανδρέας Αγγελίδης Νομικός

30 Απριλίου 2016

Το Σύνταγμά μας, εκτός από δοτό, είναι και αυστηρό γιατί θέτει, στην περίπτωση τροποποίησης των διατάξεών του, προϋποθέσεις διαφορετικές και αυστηρότερες από εκείνες που ισχύουν για τη θέσπιση, τροποποίηση ή κατάργηση του κοινού δικαίου

Η έμμεση υπόδειξη και η προτροπή προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να συνομιλεί παρά την εκβιαστική και απαράδεκτη στάση του κ. Ακιντζί και την απροκάλυπτη τακτική των κανονιοφόρων και της διαμόρφωσης νέων αρνητικών δεδομένων από την Τουρκία αποτελεί μιαν ακόμη μορφή των διαχρονικών υποχωρήσεων της πλευράς μας, που καταδεικνύει πού οδήγησαν οι συνεχείς ψευδαισθήσεις για το ποιες είναι οι πραγματικές επιδιώξεις της Τουρκίας.

Προτροπή που διατυπώθηκε απλώς γιατί άσκησε ο Πρόεδρος ένα προβλεπόμενο από το Σύνταγμα διάβημα, αφού μάλιστα προηγήθηκε η περί τούτου Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεσμεύει όλους, έστω και εάν ήταν καρπός των συνομιλιών Ζυρίχης και Λονδίνου, έστω και εάν δεν αποτελεί την έκφραση της θέλησης του κυπριακού λαού. Είναι δοτό. Αποτέλεσμα των επικρατουσών κατά τον χρόνο της γέννησης της Κυπριακής Δημοκρατίας διεθνών και τοπικών συνθηκών, όπου το αδύνατο και υπό εκβιαστική πίεση μέρος ήταν όσοι αγωνίζοντο κατά της αποικιοκρατίας.

Το Σύνταγμά μας, εκτός από δοτό, είναι και αυστηρό γιατί θέτει στην περίπτωση τροποποίησης των διατάξεών του προϋποθέσεις διαφορετικές και αυστηρότερες από εκείνες που ισχύουν για τη θέσπιση, τροποποίηση ή κατάργηση του κοινού δικαίου. Πρόσθετα, ορισμένα του άρθρα, τα χαρακτηριζόμενα από το ίδιο το Σύνταγμα (Άρθρο 182) ως θεμελιώδη, δεν μπορούν να τροποποιηθούν, μεταβληθούν ή καταργηθούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Για την τροποποίηση δε των υπόλοιπων άρθρων απαιτείται πλειοψηφία που να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των στην ελληνική και επίσης στην τουρκική κοινότητα ανηκόντων Βουλευτών.

Η αυστηρότητα αυτή του Συντάγματος σχεδιάστηκε (σε βάρος της λειτουργικότητας του Κράτους) ως δήθεν μορφή «διασφάλισης» ορισμένων θεσμών και ισορροπιών, αλλά στην πραγματικότητα σχεδιάστηκε προς διαμόρφωση υπερ-προνομιών της τουρκοκυπριακής κοινότητας που προβλέφθηκαν, προφανώς, αντίθετα στη δημοκρατική αρχή.

Η συνέπεια της μη λειτουργικότητας, που προφανώς δεν έγινε αντιληπτή στις τότε συμφωνίες, φάνηκε το 1963 με την Τουρκανταρσία, που μεθοδευμένα από την Άγκυρα υπήρξε η αποχώρηση όλων των Τουρκοκυπρίων από τα θεσμικά Όργανα (Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική Εξουσία) και γενικότερα από την κρατική μηχανή, ώστε το Κράτος να καταρρεύσει. Ο λόγος προφανέστατος ήταν το πρώτο βήμα στην τουρκική επιθυμία να καταλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και να καταστεί νήσος όμηρος στην τουρκική επιβουλή.

Το δικοινοτικό αυτό σύστημα που πρόβλεψε το Σύνταγμα του 1960, που ήδη απέκτησε και τη διζωνική μορφή στην υπό διαμόρφωση λύση η οποία συζητείται, δεν επέτρεπε τη λειτουργία του Κράτους χωρίς τη συμμετοχή της μιας εκ των κοινοτήτων. Έτσι, με την αποχώρηση τότε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων των Βουλευτών που ανήκαν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, το Κράτος βρέθηκε ενώπιον δύο επιλογών. Είτε να συμμορφωθεί με το αυστηρό γράμμα του Συντάγματος, δηλαδή να σταυρώσει τα χέρια και να παρακολουθεί αδρανές την πλήρη παράλυση των λειτουργιών του, είτε να αποστεί από το γράμμα του Συντάγματος και να προβεί στις απαραίτητες για τη λειτουργία του κράτους πράξεις, προσωρινά και/ή μέχρι την επιστροφή στις κανονικές συνθήκες.

Προφανώς οι ενέργειες των Τουρκοκυπρίων αξιωματούχων τότε παραβίασαν και συνεχίζουν να παραβιάζουν τη Συνταγματική τάξη, οπότε και δικαίως οι ενέργειες χαρακτηρίστηκαν διά μέσου της Νομολογίας ως «Τουρκανταρσία».

Άρα αναγκαία η υπενθύμιση του Άρθρου 34 του Συντάγματος που προβλέπει:

«Ουδέν εκ των εν τω παρόντι, μέρει διαλαμβανομένων δύναται να ερμηνευθή ως παρέχον οιονδήποτε δικαίωμα εις οιονδήποτε κοινότητα, ομάδα ή άτομον να επιδοθή εις οιανδήποτε δράσιν ή εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως σκοπούσης την υπονόμευσιν ή την κατάργησιν της υπό του Συντάγματος καθιδρυομένης συνταγματικής τάξεως ή την κατάργησιν οιουδήποτε εκ των εν τω παρόντι μέρει καθοριζομένων δικαιωμάτων ή ελευθεριών ή τον περιορισμόν αυτών εις μεγαλύτερον του οριζομένου εν των παρόντι μέρει βαθμόν».

Είναι ένα από τα Άρθρα του Συντάγματος στο κεφάλαιο περί τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες. Όμως, ενώ ρητά προέβλεψε ότι καμία εκ των δύο Κοινοτήτων δεν μπορεί να επιδοθεί σε δράση ή να προβεί σε πράξεις που στόχο θα έχουν την υπονόμευση ή κατάργηση της συνταγματικής τάξης ή την κατάργηση προβλεπόμενων δικαιωμάτων και/ή ελευθεριών, ουδέποτε η Δημοκρατία το επικαλέστηκε. Επέλεξε το νόμιμο και αναγνωρισμένο Κράτος, κάτω από τις εξαιρετικές τότε περιστάσεις που συνεχίζουν μέχρι σήμερα, να εκπληρώσει το καθήκον της διακυβέρνησης, μέσω του Νομοθετικού Οργάνου, να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα κατά το δίκαιο της ανάγκης για να συνεχίσει η λειτουργία του Κράτους.

Έτσι, αυτή η ξεχασμένη για 54 χρόνια Συνταγματική πρόνοια ήταν η πρώτη, κατά παραβίαση του Συντάγματος, υποχώρηση που οδήγησε μετά στην εισβολή και κατοχή, στις συνεχείς άλλες υποχωρήσεις μας, ενώ η Τουρκία προκλητικά προωθούσε πρόσθετα προς το 1963 την εισβολή του 1974, την ανακήρυξη του ψευδοκράτους το 1983 και τη συνεχή προκλητική, μέχρι και σήμερα, επιθυμία της για επικυριαρχία σ’ ολόκληρη την Κύπρο και αναγνώριση του ψευδοκράτους.

Το δίδαγμα απλό: όσο ο ανίσχυρος εγκαταλείπει αρχές δικαίου, τόσο ο ισχυρός θα προωθεί τις αυθαίρετες δικές του επεκτατικές βλέψεις.

 

Πηγή: η σημερινή