ΤΗΛ. 70000778
info@pnoilaou.org
91A Λεωφόρος Στροβολου
ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΛΥΣΗΣ

Α  Προσπάθειες για λύση

Από της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι σήμερα, υπήρξαν 7 συνολικά Πρόεδροι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όλοι ανεξαιρέτως είχαν το Κυπριακό πρόβλημα ως θέμα υψίστης σημασίας και προτεραιότητας εξού και ανάλωσαν μεγάλο μέρος του χρόνου τους σε προσπάθειες επίλυσής του, μέσω διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Παρόλες τις ιδεολογικές διαφορές και την διαπραγματευτική τακτική τους, και οι 7 Πρόεδροι της Δημοκρατίας ακολούθησαν την ίδια στρατηγική, αυτή του «ηττημένου καλού παιδιού» που εργάζεται για «εξευμενισμό του θηρίου», αποδεχόμενοι απαράδεκτες διεκδικήσεις της Τουρκίας και αποκλίσεις από τις πανανθρώπινες αξίες και το διεθνές δίκαιο.

 

Τα βασικά κοινά χαρακτηριστικά των προσπαθειών των 7 Προέδρων της Κυπριακής Δημοκρατίας μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:

  • Γίνονταν υπό την απειλή της Τουρκικής υπεροπλίας, κατοχής και εποικισμού.
  • Ποδηγετούντο από τον Αγγλοαμερικανικό παράγοντα ο οποίος εξυπηρετούσε πρωτίστως τα τουρκικά συμφέροντα.
  • Δεν εκμεταλλεύονταν επαρκώς τα νομικά ερείσματα που προέκυπταν από το διεθνές δίκαιο.
  • Διεξάγονταν μέσω διαπραγματεύσεων με τους Τουρκοκυπρίους και άφηναν την Τουρκία στο περιθώριο.
  • Είχαν ως αφετηρία το σύνταγμα του 1960 και ειδικότερα τις αντιδημοκρατικές, ρατσιστικές και διαιρετικές πρόνοιες των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου μέσω των δικοινοτικών ποσοστώσεων που προέβλεπαν.

 

Ι    Πρόεδρος Αρχιεπίσκοπος Μακάριος (1960 – 1977)

     Οι διακοινοτικές συνομιλίες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ ξεκίνησαν το 1975 μεταξύ του Γλαύκου Κληρίδη και του Ραούφ Ντενκτάς. Στις 13 Φεβρουαρίου 1975 και ενώ οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη,, η τουρκική πλευρά προέβη σε μονομερή ανακήρυξη «ομοσπονδιακού τουρκικού κράτους» στα εδάφη που είχε υπό τον έλεγχό του ο τουρκικός στρατός. Ακολούθησε έντονο διπλωματικό παρασκήνιο με τη Λευκωσία να παραμένει παρ’ όλα ταύτα στη διαδικασία, η οποία ακροβατούσε σε τεντωμένο σκοινί, λόγω συνεχών αξιώσεων από την άλλη πλευρά. Τον Απρίλιο 1975 οι συνομιλίες μεταφέρθηκαν στη Βιέννη, υπό την Προεδρία του ΓΓ του Ο.Η.Ε., Κουρτ Βάλτχαϊμ. Μετά από πέντε γύρους συνομιλιών, οι οποίοι διήρκεσαν μέχρι τον Φεβρουάριο του 1976, η διαδικασία οδηγήθηκε σε ναυάγιο, με την Τουρκία να επιρρίπτει ευθύνες στον ΓΓ του Ο.Η.Ε. για μεροληπτική στάση υπέρ των Ε/κ. Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, ήταν εμφανής η κατάθεση εισηγήσεων από τουρκικής πλευράς για λύση συνομοσπονδιακού χαρακτήρα, ενώ η Ε/κ πλευρά εστίαζε σε λύση στη βάση ύπαρξης ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης. Το πρώτο ουσιαστικό βήμα μετά την αποτυχία των συνομιλιών της Βιέννης επήλθε μετά τις συναντήσεις Μακαρίου – Ντενκτάς τον Φεβρουάριο του 1977, από τις οποίες επήλθε συμφωνία μεταξύ των δύο ηγετών στις έκτοτε γνωστές «4 κατευθυντήριες γραμμές». Το κυριότερο σημείο της συμφωνίας ήταν ότι επήλθε ταύτιση απόψεων γύρω από τη φύση του κυπριακού κράτους. Θα ήταν «ανεξάρτητη, αδέσμευτη, δικοινοτική διπεριφερειακή ομοσπονδία» και επρόκειτο για ουσιαστική μεταβολή των θέσεων της E/κ πλευράς. Η συμφωνία είχε ως εξής:

  1. Επιζητούμε μια ανεξάρτητη, αδέσμευτη δικοινοτική ομόσπονδη Δημοκρατία.
  2. Το έδαφος υπό τη διοίκηση της κάθε κοινότητας πρέπει να συζητηθεί υπό το φως της οικονομικής βιωσιμότητας ή παραγωγικότητας και της ιδιοκτησίας γης.
  3. Θέματα αρχών όπως η ελευθερία διακίνησης, ελευθερία εγκατάστασης, το δικαίωμα περιουσίας και άλλα εξειδικευμένα ζητήματα, είναι ανοικτά για συζήτηση, λαμβάνοντας υπόψη τη θεμελιώδη βάση ενός δικοινοτικού ομοσπονδιακού συστήματος και ορισμένες πρακτικές δυσκολίες, οι οποίες μπορεί να προκύψουν για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
  4. Οι εξουσίες και αρμοδιότητες της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα είναι τέτοιες, ώστε να διασφαλίζουν την ενότητα της χώρας λαμβανομένου υπόψη και του δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους.

Τον Αύγουστο του 1977 ο Μακάριος πέθανε και τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε ο Σπύρος Κυπριανού.

ΙΙ   Πρόεδρος Σπύρος Κυπριανού (1977 – 1988)

Το Μάιο 1979 στην παρουσία του ΓΓτου ΟΗΕ Κούρτ Βάλτχαϊμ επήλθε συμφωνία μεταξύ του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Σπύρου Κυπριανού και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς η οποία πρόβλεπε τα ακόλουθα:

  1. Συμφωνήθηκε η επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών στις 15 Ιουνίου 1979.
  2. Η βάση των συνομιλιών θα είναι οι κατευθυντήριες γραμμές Μακαρίου-Ντενκτάς της 12ης Φεβρουαρίου 1977 και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών που είναι σχετικά με το κυπριακό πρόβλημα.
  3. Πρέπει να υπάρχει σεβασμός για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες όλων των πολιτών της Δημοκρατίας.
  4. Οι συνομιλίες θα καλύψουν όλες τις εδαφικές και συνταγματικές πτυχές.
  5. Προτεραιότητα θα δοθεί στην επίτευξη συμφωνίας για την επανεγκατάσταση στα Βαρώσια υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών ταυτόχρονα με την έναρξη της μελέτης από τους συνομιλητές των συνταγματικών και εδαφικών πτυχών μιας συνολικής διευθέτησης. Μόλις επιτευχθεί συμφωνία για τα Βαρώσια θα εφαρμοστεί, χωρίς να αναμένεται η έκβαση των συζητήσεων για άλλες πτυχές του κυπριακού προβλήματος.
  6. Συμφωνήθηκε η αποχή από οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την έκβαση των συνομιλιών, και ειδική έμφαση θα δοθεί σε αρχικά πρακτικά μέτρα και από τις δύο πλευρές για την προώθηση καλής θέλησης, αμοιβαίας εμπιστοσύνης και την επάνοδο σε ομαλές συνθήκες.
  7. Η αποστρατικοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας αντιμετωπίζεται, και θέματα σχετικά με αυτή θα συζητηθούν.
  8. Η ανεξαρτησία, κυριαρχία, εδαφική ακεραιότητα και το αδέσμευτο της Δημοκρατίας θα πρέπει να τυγχάνουν επαρκών εγγυήσεων έναντι της ένωσης, ολικώς ή μερικώς, με οποιαδήποτε άλλη χώρα και έναντι οποιασδήποτε μορφής διχοτόμησης ή απόσχισης.
  9. Οι διακοινοτικές συνομιλίες θα διεξαχθούν με συνεχή τρόπο, αποφεύγοντας οποιαδήποτε καθυστέρηση.
  10. Οι διακοινοτικές συνομιλίες θα διεξαχθούν στη Λευκωσία.

Οι συνομιλίες διήρκησαν μόλις μία εβδομάδα αφού η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμενε όπως η αρχή της διζωνικότητας και το θέμα ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων υιοθετηθούν ως αποφασισθέντα στοιχεία της Συμφωνίας Μακαρίου-Ντενκτάς που της 12 Φεβρουαρίου 1977.

 

Στις 15 Νοεμβρίου 1983, εννέα χρόνια μετά την εισβολή, το τουρκικό κατοχικό καθεστώς στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα του νησιού, αυτοανακηρύχθηκε σε ανεξάρτητο κράτος, με την ονομασία «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου». Το παράνομο αυτό μόρφωμα αναγνώρισε διεθνώς μόνο η Τουρκία, ενώ το ΣΑ του ΟΗΕ με το ψήφισμα 541 στις 18/11/1983 καταδίκασε ευθέως την ανακήρυξη της “ΤΔΒΚ”, όπως και κάθε αποσχιστική δραστηριότητα, καλώντας όλα τα κράτη-μέλη του να μην την αναγνωρίσουν.

 

Το 1984 Κυπριανού και Ντενκτάς προσήλθαν εκ νέου σε συνομιλίες υπό την αιγίδα του νέου ΓΓ του ΟΗΕ Πέρεζ ντε Κουεγιάρ. Επί τάπητος τέθηκε σχέδιο του ΓΓ. «Οι Δείκτες Κουεγιάρ», που προνοούσε μεταξύ άλλων διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία με διεθνή προσωπικότητα, κυριαρχία σε ολόκληρη την κυπριακή επικράτεια και ενιαία υπηκοότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Κύπρου. Αν και ο Ντενκτάς ήταν πρόθυμος να υπογράψει άμεσα, η συμφωνία ναυάγησε, καθώς ο Κυπριανού είχε ζητήσει να συμφωνηθούν προ της υπογραφής όσα ζητήματα παραπέμπονταν σε υποεπιτροπές.

 

ΙΙΙ  Πρόεδρος Γιώργος Βασιλείου (1988 – 1993)

Στις 24 Αυγούστου 1988 οι Βασιλείου και Ντενκτάς ξεκίνησαν νέο γύρο διαπραγματεύσεων. Στις 30 Ιανουαρίου 1989, η Κυπριακή κυβέρνηση υπέβαλε «Περίγραμμα Προτάσεων για την Εγκαθίδρυση μιας Ομόσπονδης Δημοκρατίας και τη Λύση του Κυπριακού Προβλήματος».

Τον Ιούλιο του 1989, ο τότε ΓΓ του ΟΗΕ Ξαβιέ Πέρεζ ντε Κουεγιάρ υπέβαλε την πρώτη έκθεση του Οργανισμού για το πλαίσιο λύσης του Κυπριακού. Την έκθεση Κουεγιάρ επισημοποίησε ο διάδοχός του Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι, με την ετοιμασία της Δέσμης Ιδεών Γκάλι  και την υιοθέτησή της από το ΣΑ με τα ψηφίσματα 750 του Απριλίου 1992 και 774 τον Αύγουστο του 1992.

Το ψήφισμα 750 καθόρισε για πρώτη φορά με σαφήνεια το περιεχόμενο της λύσης του Κυπριακού. Ιδιαίτερα προέβλεπε μεταξύ άλλων:

  • Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία.
  • Συνέχιση ισχύος των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας.
  • Αποστρατικοποίηση.
  • Μια αδιαίρετη κυριαρχία που εκπηγάζει ισότιμα από την ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή κοινότητα, μια διεθνή προσωπικότητα και μια ιθαγένεια.

Η «Δέσμη Ιδεών Γκάλι » περιλάμβανε στοιχεία τόσο ομοσπονδιακού όσο και συνομοσπονδιακού τύπου και υποτίθεται ότι συνέθετε τις διαφορετικές απόψεις που είχαν εκφράσει οι δύο πλευρές. Μεταξύ άλλων προνοούσε τη δημιουργία δύο ομόσπονδων κρατών, υπό την ομπρέλα μιας ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η οποία θα είχε περιοριστικές αρμοδιότητες. Πρόεδρος και αντιπρόεδρος θα είχαν ίσα δικαιώματα, με δικαίωμα αρνησικυρίας και αναπομπής των νόμων. Η αποδοχή του σχεδίου θα τίθετο σε δημοψήφισμα. Η Ε/κ πλευρά υπό τον Πρόεδρο Γιώργο Βασιλείου είχε αποδεχτεί τη «Δέσμη» ως βάση διαπραγμάτευσης, ωστόσο οι Τ/κ την απέρριψαν. Η αποδοχή της πρότασης από τον Γιώργο Βασιλείου, είχε ως συνέπεια την ήττα του στις επόμενες προεδρικές εκλογές από τον Γλαύκο Κληρίδη, ο οποίος είχε δεσμευθεί να ενταφιάσει τις ιδέες Γκάλι.

 

ΙV Πρόεδρος Γλαύκος Κληρίδης (1993 – 2003)
Λίγο μετά την άνοδό του στην εξουσία ο Κληρίδης αποδέχθηκε πρόσκληση του ΓΓ του ΟΗΕ Μπούτρος Γκάλι το 1993 για συνομιλίες με τον Ντενκτάς ο οποίος όμως παραιτήθηκε από την θέση του συνομιλητή, δημιουργώντας αδιέξοδο. Τον Μάιο του 1993 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση Κληρίδη – Ντενκτάς, η οποία ναυάγησε όταν ο Τ/κ ηγέτης επιχείρησε να αποσπάσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έμμεση αναγνώριση του ψευδοκράτους. Στις 17 Δεκεμβρίου 1993, ο Γλαύκος Κληρίδης υπέβαλε πρόταση σύμφωνα με την οποία η Δημοκρατία ήταν διατεθειμένη να διαλύσει την Εθνική Φρουρά και να παραδώσει τον οπλισμό της στη φύλαξη της Ειρηνευτικής Δύναμης του ΟΗΕ στην Κύπρο. Από το 1998 άρχισε να δημιουργείται μια νέα δυναμική στις διαδικασίες επίλυσης του Κυπριακού, σε συνδυασμό με την πορεία ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση απ’ τη μια και την αποδοχή της υποψηφιότητας της Τουρκίας για ένταξη από την άλλη. Ο διεθνής παράγων με πρωταγωνιστές τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και τον ΓΓ του ΟΗΕ. Κόφι Ανάν, κατέβαλε έντονες προσπάθειες, ώστε πριν από την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ να συμφωνηθεί η λύση του κυπριακού. Το σχέδιο λύσης, γνωστό έκτοτε ως Σχέδιο Ανάν, αφού αξιοποίησε όλες τις προηγούμενες υποχωρήσεις της ε/κ πλευράς, προνοούσε μεταξύ άλλων τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού κράτους, με δύο ομόσπονδα κρατίδια. Η εξουσία στην ομοσπονδία θα μοιραζόταν ανάμεσα στις δύο κοινότητες με ένα πολύπλοκο σχήμα. Το Σχέδιο Ανάν υποβλήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2002 στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Γλαύκο Κληρίδη και απετέλεσε το βασικό θέμα προεκλογικής αντιπαράθεσης για τις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2003, τις οποίες κέρδισε ο Τάσσος Παπαδόπουλος.

 

V  Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος (2003 – 2008)

Το Σχέδιο Ανάν αποτέλεσε αντικείμενο δραματικών διαπραγματεύσεων του Προέδρου Παπαδόπουλου, και επιδιαιτησίας του ΓΓ του ΟΗΕ μέχρι τον Μάρτιο του 2004. Στο μεταξύ, στις 23 Απριλίου 2003, σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων και επίδειξης θετικής προσέγγισης των συνομιλιών, η τουρκική πλευρά επέτρεψε την είσοδο στα κατεχόμενα από ορισμένα οδοφράγματα της Πράσινης Γραμμής. Τελικά, το Σχέδιο Ανάν υποβλήθηκε σε δύο χωριστά δημοψηφίσματα, των Ελληνοκυπρίων απ’ τη μια και των Τουρκοκυπρίων από την άλλη, το Σάββατο 24 Απριλίου 2004. Εγκρίθηκε απ’ τους Τ/κ με 64,9%, αλλ’ απορρίφθηκε από το συντριπτικό 76% των Ε/κ. Ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος, κατά τις παραμονές του δημοψηφίσματος είχε ταχθεί ανοικτά κατά της λύσης Ανάν και κάλεσε τον λαό να ψηφίσει ΟΧΙ. Στο ιστορικό του διάγγελμα, χωρίς να κρύβει τη συναισθηματική του φόρτιση, είπε χαρακτηριστικά «παρέλαβα κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο, δεν θα παραδώσω κοινότητα», τονίζοντας ότι το σχέδιο θα κατέλυε την κυπριακή Δημοκρατία, αντικαθιστώντας την με ένα αμφιβόλου βιωσιμότητας μόρφωμα. Μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν από τους Ε/κ, το διεθνές ενδιαφέρον γύρω από το κυπριακό ατόνησε. Ωστόσο, το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της ΕΕ, ενώ συγχρόνως η Τουρκία διεκδικεί τη συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, βρίσκοντας απέναντι της όμως το κυπριακό, έχει καταστήσει το ζήτημα της Κύπρου, πρόβλημα και για την ΕΕ. Η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ ολόκληρη, ωστόσο το βόρειο τμήμα του νησιού εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου για όσο διάστημα δεν τελεί υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια πολύ σημαντική συμφωνία, η οποία θεωρήθηκε ως βάση για την συνέχιση των διαπραγματεύσεων, επιτεύχθηκε στις 8 Ιουλίου 2006, μεταξύ του Προέδρου Παπαδόπουλου και του Τ/κ ηγέτη, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Η συμφωνία της 8ης Ιουλίου προέβλεπε μεταξύ άλλων δέσμευση για επανένωση της Κύπρου, στη βάση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας και πολιτικής ισότητας, όπως καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του ΣΑ του ΟΗΕ. Αναγνωρίστηκε επίσης ότι το στάτους κβο είναι απαράδεκτο και η παράτασή του θα είχε αρνητικές επιπτώσεις για τους Τ/κ και τους Ε/κ. Παρ’ όλα αυτά, και αυτή η διαδικασία επανέναρξης συνομιλιών, κατέληξε στο κενό.

 

VΙ   Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας (2008 – 2013)

Μετά την εκλογή στην προεδρία του Δημήτρη Χριστόφια το 2008, άρχισε νέος γύρος διαπραγματεύσεων με τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ που είχε αντικαταστήσει στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων τον Ραούφ Ντενκτάς. Στις 23 Μαΐου 2008 Χριστόφιας – Ταλάτ στην παρουσία του απεσταλμένου του ΓΓ του ΟΗΕ Ζεριχούν, συμφώνησαν σε Κοινή Δήλωση για λύση Διζωνικού Συνεταιρισμού Δύο Συνιστώντων Κρατιδίων. «Αυτός ο συνεταιρισμός, θα είχε μια Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση με μια και μόνη διεθνή προσωπικότητα, καθώς και μια Τ/κ Συνιστώσα Πολιτεία και μια Ε/κ Συνιστώσα Πολιτεία, οι οποίες θα έχουν ισότιμο καθεστώς». Ήταν η πρώτη φορά που η τουρκική πλευρά ορίστηκε ως «Συνεταιρισμός» δύο πολιτικά ισότιμων και συγκυρίαρχων συνεταίρων. Ο Χριστόφιας, όπως ο ίδιος δήλωσε έκανε «γενναίες προσφορές» προς την τουρκική πλευρά, περιλαμβανομένης της δήλωσης για νομιμοποίηση 50 χιλιάδων Τούρκων εποίκων και της ικανοποίησης της τουρκικής αξίωσης για «εκ περιτροπής προεδρία», αναμένοντας τα τουρκικά «αντίδωρα». Οι προτάσεις Ταλάτ κρίθηκαν ως συνομοσπονδιακές, κατά τρόπο που επιδείνωναν σε βάρος των Ε/κ, το Σχέδιο Ανάν. Η αντικατάσταση του Ταλάτ από τον Ντερβίς Έρογλου τον Απρίλιο 2010 και η απόφαση της Τουρκίας και των Τ/κ για διακοπή των συνομιλιών κατά το 2ο εξάμηνο του 2012 που η Κυπριακή Δημοκρατία ασκούσε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οδήγησε τις διαπραγματεύσεις σε ναυάγιο.

 

VΙΙ   Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης (2013 -2016)

Τον Φεβρουάριο 2013 Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εξελέγη ο Νίκος Αναστασιάδης. Στις 14 Φεβρουαρίου 2011, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Τ/κ ηγέτης Ντερβίς Έρογλου εξέδωσαν το ακόλουθο κοινό ανακοινωθέν:

«Οι δυο ηγέτες είχαν την πρώτη τους συνάντηση σήμερα, υπό την αιγίδα της αποστολής των καλών υπηρεσιών του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε φιλικό και εγκάρδιο κλίμα και οι δυο ηγέτες συμφώνησαν στα ακόλουθα:

  1. Η παρούσα κατάσταση είναι απαράδεκτη και η παράτασή της θα έχει αρνητικές συνέπειες για τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους. Οι ηγέτες επιβεβαίωσαν ότι η επίλυση θα έχει θετική επίδραση σε ολόκληρη την περιοχή, ενώ πρωτίστως θα επωφελούνται οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι, με σεβασμό στις δημοκρατικές Αρχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες, καθώς και τις ξεχωριστές ταυτότητες και την ακεραιότητα αμφοτέρων, διασφαλίζοντας το κοινό τους μέλλον σε μια ενωμένη Κύπρο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. Οι ηγέτες εξέφρασαν την αποφασιστικότητά τους να επαναρχίσουν δομημένες διαπραγματεύσεις με τρόπο που προσβλέπει σε αποτελέσματα. Όλα τα άλυτα βασικά θέματα θα είναι στο τραπέζι και θα συζητηθούν αλληλένδετα. Οι ηγέτες θα έχουν ως στόχο να φτάσουν σε επίλυση το συντομότερο δυνατό και ακολούθως να πραγματοποιήσουν ξεχωριστά και ταυτόχρονα δημοψηφίσματα.
  3. Η επίλυση θα βασίζεται σε δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου. Η ενωμένη Κύπρος, σαν μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα έχει μια ενιαία νομική προσωπικότητα και μία κυριαρχία, η οποία θα καθορίζεται ως η κυριαρχία που απολαμβάνουν όλα τα κράτη- μέλη των Ηνωμένων Εθνών υπό τον χάρτη του ΟΗΕ και η οποία προέρχεται εξίσου από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Θα υπάρχει μια ενιαία κυπριακή ιθαγένεια, που θα ρυθμίζεται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία. Όλοι οι πολίτες της ενωμένης Κύπρου θα είναι και πολίτες είτε του ελληνοκυπριακού συνιστώντος κράτους είτε του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους. Αυτή η ιδιότητα θα είναι εσωτερική και θα συμπληρώνει και όχι να αντικαθιστά με οποιοδήποτε τρόπο την ενωμένη κυπριακή ιθαγένεια. Οι εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης καθώς και θέματα που είναι σαφώς συναφή με τις καθορισμένες αρμοδιότητές της θα προσδιορίζονται από το Σύνταγμα. Το ομοσπονδιακό Σύνταγμα θα προνοεί επίσης ότι το κατάλοιπο εξουσίας θα ασκείται από τα συνιστώντα κράτη. Τα συνιστώντα κράτη θα ασκούν πλήρως και οριστικά όλες τις εξουσίες τους, μακριά από επεμβάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Οι ομοσπονδιακοί νόμοι δεν θα καταπατούν τις νομοθεσίες των συνιστώντων κρατών που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των συνιστώντων κρατών και οι νομοθεσίες των συνιστώντων κρατών δεν θα καταπατούν ομοσπονδιακούς νόμους που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Οποιαδήποτε διαμάχη σε σχέση με τα παραπάνω θα δικάζεται από το ομοσπονδιακό ανώτατο δικαστήριο. Καμιά από τις δυο πλευρές δεν θα μπορεί να διεκδικεί εξουσία ή δικαιοδοσία στην άλλη.
  4. Η ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία θα προκύψει μετά την έγκριση της επίλυσης σε ξεχωριστά ταυτόχρονα δημοψηφίσματα. Το ομοσπονδιακό Σύνταγμα θα ορίζει ότι η ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία θα αποτελείται από δύο συνιστώντα κράτη με ίσο καθεστώς. Η δικοινοτική, διζωνική φύση της ομοσπονδίας και οι αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται η ΕΕ θα διασφαλίζονται και θα γίνονται σεβαστές σε όλο το νησί. Το ομοσπονδιακό Σύνταγμα θα αποτελεί τον ανώτατο νόμο του νησιού και θα δεσμεύει όλες τις εξουσίες της ομοσπονδίας και των συνιστώντων κρατών. Η ένωση ολόκληρης ή μέρους της ομοσπονδίας με οποιαδήποτε άλλη χώρα ή οποιασδήποτε μορφής διχοτόμηση ή απόσχιση ή οποιαδήποτε άλλη μονομερής αλλαγή στην κατάσταση πραγμάτων απαγορεύεται.
  5. Οι διαπραγματεύσεις βασίζονται στην αρχή πως τίποτε δεν έχει συμφωνηθεί μέχρι να συμφωνηθούν τα πάντα.
  6. Οι διορισμένοι εκπρόσωποι έχουν πλήρη εξουσία να συζητούν οποιοδήποτε θέμα σε οποιαδήποτε στιγμή και πρέπει να απολαμβάνουν παράλληλη πρόσβαση σε όλους τους ενδιαφερόμενους στη διαδικασία, όταν χρειάζεται. Διατηρούν την απόλυτη εξουσία λήψης αποφάσεων. Μόνο μια συμφωνία στην οποία θα καταλήξουν ελεύθερα οι ηγέτες μπορεί να τεθεί σε ξεχωριστά ταυτόχρονα δημοψηφίσματα. Οποιασδήποτε μορφής διαιτησία αποκλείεται.
  7. Οι πλευρές θα επιδιώξουν να δημιουργήσουν ένα θετικό κλίμα για να εξασφαλίσουν την επιτυχία των συνομιλιών. Δεσμεύονται να αποφύγουν την απόδοση ευθυνών ή οποιαδήποτε αρνητικά δημόσια σχόλια σχετικά με τις διαπραγματεύσεις. Επίσης δεσμεύονται στις προσπάθειες να εφαρμοστούν μέτρα δόμησης εμπιστοσύνης που θα παρέχουν μια δυναμική ώθηση στην προοπτική για μια ενωμένη Κύπρο».

Το κοινό ανακοινωθέν προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις ανάμεσα στην Ε/κ κοινότητα αφού απέφυγε την αναφορά στην Κυπριακή Δημοκρατία και ήταν γεμάτο από ασάφειες. Η εκλογή του Μουσταφά Ακκιντζί στα κατεχόμενα τον Απρίλιο 2015 καλλιέργησε φρούδες ελπίδες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στις ηγεσίες των 2 μεγάλων κομμάτων ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ. Οι συνομιλίες ξεκίνησαν αλλά ταυτόχρονα άρχισαν και οι προκλητικές δηλώσεις των Τούρκων περί εκλιπούσας Κυπριακής Δημοκρατίας, δημιουργίας νέου συνεταιριστικού κράτους, συνέχισης των τουρκικών εγγυήσεων, παραμονής των εποίκων κ.ο.κ. Η έντονη ενεργοποίηση του διεθνούς παράγοντα (μονίμων μελών του ΣΑ του ΟΗΕ, Ευρωπαϊκής Ένωσης), και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα για καλλιέργεια πλασματικής ευφορίας και προσδοκιών δεν απέδωσαν καρπούς αφού η Τουρκική αδιαλλαξία και προκλητικότητα οξύνθηκε αντί να καμφθεί. Με μια αψυχολόγητη απόφαση την 1η Δεκεμβρίου 2016 η οποία ανέτρεψε τόσο τις δικές του δημόσιες δεσμεύσεις όσο και τις αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αποδέχτηκε τη σύγκλιση πενταμερούς διάσκεψης στη Γενεύη η οποία κατέρρευσε λόγω αδιαλλαξίας της Τουρκίας. Με αφορμή την ψήφιση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων κανονισμού για μνεία στα σχολεία του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950 κάθε 15η Ιανουαρίου η Τουρκοκυπριακή πλευρά αποχώρησε από τις διαπραγματεύσεις, τινάζοντας τη διαδικασία στον αέρα.

 

Β  Λόγοι αποτυχίας προσπαθειών για λύση

 

Η διαιώνιση του Κυπριακού προβλήματος οφείλεται πέραν πάσης αμφιβολίας στην αδιαλλαξία της Τουρκίας. Η διαχρονική αδιαλλαξία της Τουρκίας εδράζεται στην σταθερή υψηλή στρατηγική που εκπονήθηκε πριν 60 χρόνια η οποία είχε ως όραμά της τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου. Έκτοτε, το όραμα αυτό ανανεώνεται, υλοποιείται μεθοδικά και διακηρύττεται ξεκάθαρα από την εκάστοτε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας αλλά και τους εκάστοτε εγκάθετούς της στα κατεχόμενα.   Κεντρικός πυλώνας αυτής της στρατηγικής είναι η εξόντωση του μέγιστου συντελεστού ισχύος της Κυπριακής Δημοκρατίας που είναι η διεθνής αναγνώρισή της. Ως αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής, η Τουρκία δεν επείγεται για λύση. Αντίθετα, βολεύεται να κωλυσιεργεί. Αρκείται στο να κρατά όμηρο την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων και να ροκανίζει σταδιακά και μεθοδικά την κυριαρχία της.

Ευθύνη για την αδιαλλαξία της Τουρκίας έχει και η Κυπριακή Δημοκρατία λόγω της εσφαλμένης στρατηγικής που ακολούθησε τα τελευταία 40 χρόνια. Η ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας έγκειται στα ακόλουθα 7 βασικά στρατηγικά σημεία.

Ι    Στην ελλιπή μελέτη της Τουρκικής ιστορίας, της Τουρκικής στρατηγικής και των παγκόσμιων και περιφερειακών γεωπολιτικών δεδομένων, η οποία θα διευκόλυνε την πρόβλεψη και κατανόηση των δράσεων και αντιδράσεων της Τουρκίας στις εκάστοτε εξελίξεις και θα απέτρεπε την πραγματοποίηση από την Κυπριακή Δημοκρατία παιδαριωδών λαθών μεγάλου πολιτικού κόστους.

ΙΙ   Στην απουσία στρατηγικής για διαφύλαξη και ενίσχυση του μέγιστου συντελεστή ισχύος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τουτέστιν της διεθνούς αναγνώρισής της. Η απουσία στρατηγικής έχει επιτρέψει τον διασυρμό της Κυπριακής Δημοκρατίας στις ακόλουθες διαδοχικές παγίδες που της έστησε η Τουρκική πολιτική τις τελευταίες 4 δεκαετίες:

  • Έχει αποδεχτεί ως βάση λύσης και παραμένει δογματικά προσκολλημένη στην Τουρκικής πατρότητας ΔΔΟ, η οποία εξ ορισμού καταλύει το ενιαίο κράτος, υπονομεύει την κυριαρχία, εκτρέφει τον επιθετικό εθνικισμό, θεσμοθετεί το ρατσισμό, καλλιεργεί τις φυλετικές διακρίσεις, εκκολάπτει τον θρησκευτικό φανατισμό, είναι οικονομικά ασύμφορη, δεν έχει προηγούμενη πετυχημένη εφαρμογή σε κανένα άλλο κράτος στον κόσμο και ως εκ των ανωτέρω αποτελεί συνταγή για καταστροφή.
  • Έχει αποστασιοποιηθεί από την πρόταξη των θεμελιωδών πτυχών του Κυπριακού, τουτέστιν της εισβολής, της κατοχής και του εποικισμού, με αποτέλεσμα η Τουρκία να επιτύχει να μεταλλάξει στα μάτια της διεθνούς κοινότητας την ουσία του προβλήματος σε δικοινοτική διαφορά.
  • Έχει εμπλακεί σε ατέρμονες διαπραγματεύσεις συζητώντας δευτερεύουσες πτυχές του κυπριακού προβλήματος αντί τις βασικές πτυχές, με αποτέλεσμα η Τουρκία να παρουσιάζεται ως διαλλακτική στην διεθνή κοινότητα και να απενοχοποιείται.
  • Έχει παρασυρθεί σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης (π.χ. άνοιγμα οδοφραγμάτων, εξίσωση του Προέδρου της Δημοκρατίας και του επί κεφαλής του κατοχικού ψευδοκράτους με την εμπλοκή των δύο στις συνομιλίες, αποδοχή επισκέψεων ξένων διπλωματών στα κατεχόμενα, αναστολή καταγγελιών της Τουρκίας στα διεθνή σώματα για την συνεχή καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αποδυνάμωση της Εθνικής Φρουράς και της αμυντικής θωράκισης και άλλα ων ουκ εστίν αριθμός) που αναβαθμίζουν το ψευδοκράτος και υποσκάπτουν το επίσημο κράτος.

III    Στηρίχθηκε αφελώς στην ψευδαίσθηση ότι ήταν δυνατό να υπάρξει Τουρκοκύπριος ηγέτης ο οποίος θα μπορούσε να χειραφετηθεί από την Τουρκία και να προτάξει τα καλώς νοούμενα των Τουρκοκυπρίων πάνω από αυτά της Τουρκίας. Έτσι καλλιεργήθηκαν διεθνώς εσφαλμένες προσδοκίες για τους Μεχμέτ Αλή Ταλάτ και Μουσταφά Ακκιντζί, οι οποίες σε σύντομο χρονικό διάστημα εξανεμίστηκαν και λειτούργησαν ως μπούμερανγκ στην Κυπριακή Δημοκρατία εκθέτοντάς την ως αδιάλλακτη.

IV    Δεν έχει σχεδιάσει στρατηγική για επίτευξη συνοχής στους στόχους των Εκ και των Τ/κ και απαγκίστρωσή τους από την Τουρκία.   Ως εκ τούτου, έχει επιτραπεί στους Τ/κ να παίζουν σε δύο ταμπλό απολαμβάνοντας, αφενός προνομιακή μεταχείριση στις ελεύθερες περιοχές και στο εξωτερικό ως πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφετέρου στα κατεχόμενα τους παράνομους καρπούς των εκεί εδαφών.

V     Έχει υπερεκτιμήσει τη βούληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για άσκηση πίεσης στην Τουρκία μέσω της ενταξιακής της πορείας και έχει εγκαταλείψει όλες τις άλλες προσπάθειες για πρόκληση πολιτικού και οικονομικού κόστους στην Τουρκία από την εισβολή, την κατοχή, τον εποικισμό, την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

VI    Δεν έχει εκμεταλλευτεί επαρκώς τους λοιπούς συντελεστές ισχύος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τουτέστιν την συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ΑΟΖ, τους υδρογονάνθρακες, τις άριστες σχέσεις της με την Ρωσία και τις γειτονικές χώρες με τις οποίες η Τουρκία έχει έλθει σε ρήξη, την γεωστρατηγική της θέση και την αμυντική της θωράκιση.

VII   Έχει επιτρέψει την υποστολή του αγωνιστικού φρονήματος του λαού και την αποδόμηση της σχέσης των πολιτών με το κράτος με την εξαθλίωση των θεσμών και την έξαρση της διαφθοράς.

Για να μπορέσει το Κυπριακό πρόβλημα να μπει σε τροχιά λύσης, πρέπει απαραιτήτως τα προαναφερθέντα στρατηγικά λάθη να διορθωθούν.