ΤΗΛ. 70000778
info@pnoilaou.org
91A Λεωφόρος Στροβολου
ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Ιστορική αναδρομή

Οι ρίζες του Κυπριακού προβλήματος ανάγονται στον 16ο αιώνα, όταν η Κύπρος πέρασε στα χέρια των Οθωμανών. Η Κύπρος κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1571. Στα χρόνια της παρακμής της, συγκεκριμένα το 1878, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εκμίσθωσε την Κύπρο στην Αγγλία στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους για την αποπληρωμή των δανείων που είχε συνάψει το 1855 με την Αγγλία και τη Γαλλία. Η εδραίωση της βρετανικής κυριαρχίας στην περιοχή είχε σκοπό να αποθαρρύνει την περαιτέρω διείσδυση της Ρωσίας στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη νοτιοανατολική Μεσόγειο σε μια εποχή που το άνοιγμα της διώρυγας του Σουέζ (1869) αναβάθμιζε γεωστρατηγικά την περιοχή ως πέρασμα στον δρόμο προς την Ινδία.

 

Στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας διαμορφώθηκε στο νησί τουρκοκυπριακή κοινότητα δίπλα στην ελληνοκυπριακή, χωρίς γεωγραφικό διαχωρισμό, με ποσοστά 18% και 80% επί του πληθυσμού αντίστοιχα. Πριν την έναρξη των ένοπλων συγκρούσεων στα τέλη της δεκαετίας του 1950, από τα 619 χωριά της Κύπρου, 393 ήταν αποκλειστικά ή κυρίως ελληνοκυπριακά, 120 τουρκοκυπριακά και 106 μικτά. Οι μεγάλες πόλεις ήταν μικτές, με τις δύο κοινότητες να κατοικούν σε χωριστές συνοικίες. Η κάθε κοινότητα είχε τη γλώσσα και τη θρησκεία της, δικό της σύστημα εκπαίδευσης καθώς και δικό της Οικογενειακό και Κληρονομικό Δίκαιο.

 

Η νέα βρετανική διοίκηση βελτίωσε σημαντικά τομείς κρατικής ευθύνης όπως η δικαιοσύνη, η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και οι υποδομές. Ωστόσο η συνεχιζόμενη φορολογική αφαίμαξη του πληθυσμού, το χαμηλό βιοτικό επίπεδό του, η διαιώνιση των συνθηκών αμάθειας και υπανάπτυξης και η αντίθεση της βρετανικής πολιτικής παράδοσης στη διατήρηση των αρμοδιοτήτων και προνομίων που είχε αποκτήσει η Εκκλησία κατά την Οθωμανική κυριαρχία, συνέβαλαν στην εδραίωση του αιτήματος της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας για ένωση με την Ελλάδα, η οποία σιγά σιγά επεκτεινόταν, εντάσσοντας διαρκώς νέα εδάφη στον κορμό που ανεξαρτητοποιήθηκε μετά την Επανάσταση του 1821.

Ως το 1914, η πάγια βρετανική απάντηση ήταν ότι η Κύπρος ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ότι η συνθήκη του 1878 δεν επέτρεπε ενέργειες προς την κατεύθυνση της ένωσης. Όταν η Τουρκία βγήκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τις Κεντρικές Δυνάμεις, η Αγγλία προσάρτησε την Κύπρο στη βρετανική επικράτεια το 1914 και την προσέφερε ως αντάλλαγμα στην Ελλάδα στην περίπτωση που λάμβανε μέρος στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Η Κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη υπό την επιρροή του φιλογερμανού Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ όμως προτίμησε να κρατήσει ουδέτερη στάση και να μην απαντήσει.

 

Με την άφιξή τους, οι Άγγλοι σύστησαν στην Κύπρο το Νομοθετικό Συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν 9 εκλεγμένοι εκπρόσωποι των Ελληνοκυπρίων, 3 εκλεγμένοι εκπρόσωποι των Τουρκοκυπρίων και 6 διορισμένα μέλη. Η αναλογία ήταν τέτοια, ώστε οι ψήφοι των Τουρκοκυπρίων και των Άγγλων να ισούνται με αυτές των Ελληνοκυπρίων. Σε περίπτωση ισοψηφίας, ο προεδρεύων Βρετανός Αρμοστής της Κύπρου είχε τη βαρύνουσα ψήφο, ενώ είχε και τη δυνατότητα με βασιλικά διατάγματα να παρακάμπτει εντελώς τις αποφάσεις του σώματος. Αυτό ακριβώς έγινε τον Οκτώβριο του 1931, όταν ο Βρετανός Κυβερνήτης επιχείρησε να θέσει σε εφαρμογή νέο φορολογικό νομοσχέδιο που είχαν καταψηφίσει οι Ελληνοκύπριοι βουλευτές και ένας Τουρκοκύπριος βουλευτής. Τότε ξέσπασαν εκτεταμένες ταραχές, κατά τις οποίες οι Ελληνοκύπριοι ζητούσαν την ενσωμάτωση της Κύπρου στην Ελλάδα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωσε ότι το Κυπριακό ήταν εσωτερική υπόθεση της Βρετανικής Κυβέρνησης και αρνήθηκε να αναμειχθεί. Η Τουρκία, ενώ με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, είχε παραιτηθεί από κάθε αξίωση επί της Κύπρου, δεν ήθελε να δει το νησί να ενσωματώνεται στην Ελλάδα, όπως συνέβη με την Κρήτη μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν η ελληνική πλειοψηφία κατάφερε πρώτα να αυτονομηθεί το 1898 και στη συνέχεια να ενσωματωθεί στην Ελλάδα το 1913.

 

Αν και οι Ελληνοκύπριοι είχαν πολλές φορές εκφράσει το αίτημά τους για εθνική αυτοδιάθεση, η αποικιακή δύναμη αρνήθηκε να το ικανοποιήσει στο διεθνές κλίμα που επικρατούσε πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. H τότε πολιτική της τουρκοκυπριακής ηγεσίας ήταν αντίθετη προς τις εθνικές επιδιώξεις των Ελληνοκυπρίων. Το πρώτο πολιτικό κόμμα της τουρκοκυπριακής Κοινότητας, το ΚΑΤΑΚ (Κόμμα για την Προστασία της Τουρκικής Μειονότητας), που σχηματίστηκε το 1943, υποστήριζε τη συνέχιση της Βρετανικής αποικιακής διακυβέρνησης. Ο επόμενος χρόνος είδε την ίδρυση του Τουρκικού Εθνικού Κόμματος, το οποίο αντλούσε την ιδεολογική του έμπνευση από την Τουρκική Δημοκρατία.

Αυτό που μετέπειτα έγινε γνωστό ως το Κυπριακό Πρόβλημα, εμφανίστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ξεκίνησε το οικουμενικό αίτημα για αυτοδιάθεση και η συνεπακόλουθη κρίση του αποικιακού συστήματος. Το 1955, όταν όλες οι εκκλήσεις τους για αυτοδιάθεση είχαν παραγνωριστεί, οι Ελληνοκύπριοι προχώρησαν σε μαχητικό αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας από τον αποικιακό ζυγό. Η Βρετανική Κυβέρνηση, ανίκανη να αντιμετωπίσει το εθνικό απελευθερωτικό κίνημα στην Κύπρο, άρχισε να εκμεταλλεύεται τον τουρκικό παράγοντα και να ενθαρρύνει την παρέμβαση της Άγκυρας. Η διακηρυγμένη πολιτική της Τουρκίας προς την Κύπρο, από υποστηρικτική του αποικιακού στάτους κβο που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950, άρχισε να κλίνει προς την πολιτική της διχοτόμησης της νήσου στη βάση της εθνικής καταγωγής. Ο καθηγητής Νιχάτ Ερίμ, στον οποίο ο Τούρκος πρωθυπουργός Ατνάν Μεντερές ανάθεσε τη διαμόρφωση πολιτικής για την Κύπρο, ετοίμασε και υπέβαλε τον Νοέμβριο του 1956 υπόμνημα, προτείνοντας τη γεωγραφική διαίρεση του νησιού σε συνδυασμό με τη μετακίνηση πληθυσμών. Αυτή η πρόταση για σαφές εθνικό ξεκαθάρισμα αποσκοπούσε στο σχηματισμό δύο χωριστών πολιτικών οντοτήτων, μιας ελληνικής και μιας τουρκικής, καθεμιά από τις οποίες θα προχωρούσε σε πολιτική ένωση με την Ελλάδα και την Τουρκία αντίστοιχα. Τέλος, το υπόμνημα σημείωνε ότι η Τουρκία θα έπρεπε να συμμετέχει στην ασφάλεια του ελληνικού τομέα της νήσου.

Το υπόμνημα του καθηγητή Ερίμ αποτέλεσε τη βάση της πολιτικής της Άγκυρας για τις επόμενες δεκαετίες. Το 1958, ο Ταγματάρχης Ισμαήλ Τανσού, του Γραφείου Ειδικού Πολέμου εκπόνησε το «Σχέδιο Επανάκτησης Κύπρου».   Η τουρκοκυπριακή εθνικιστική ηγεσία έγινε στην πραγματικότητα το όργανο για την εφαρμογή της πολιτικής της Τουρκίας στην Κύπρο. Η αλλαγή πολιτικής του Τουρκικού Εθνικού Κόμματος αντανακλούσε την υιοθέτηση του νέου δόγματος: «Η Κύπρος είναι Τουρκική». Ακόμα περισσότερο, αξιωματικοί από την Τουρκία βοήθησαν στην ίδρυση μυστικών τουρκοκυπριακών οργανώσεων, της Βολκάν και κατόπιν της ΤΜΤ υπό τον Ραούφ Ντεκτάς, η οποία υπαγόταν στο Γραφείο Ειδικού Πολέμου. Η στρατολόγησή τους γινόταν βασικά από τις τάξεις των παραστρατιωτικών δυνάμεων ασφαλείας, που είχε σχηματίσει η αποικιακή διακυβέρνηση και αποτελείτο αποκλειστικά από Τουρκοκύπριους, για την καταπολέμηση του εθνικού απελευθερωτικού κινήματος στην Κύπρο. Με στόχο την πλήρη επιρροή ανάμεσα στους Τουρκοκυπρίους και τη σύγκρουση με τους Ελληνοκυπρίους, η ΤΜΤ διεξήγαγε εκστρατεία δολοφονικής τρομοκρατίας ενάντια στους ομοεθνείς τους στα εργατικά συνδικάτα και στους κυριότερους θεσμούς, όπου μέλη και των δύο κοινοτήτων συνεργάζονταν για την επίτευξη κοινών κοινωνικών και πολιτικών σκοπών.

Το 1958, μετά το ξέσπασμα διακοινοτικών συγκρούσεων και την πρόταση ενός διχοτομικού σχεδίου από τη Βρετανική κυβέρνηση, το εθνικό απελευθερωτικό κίνημα της Κύπρου, υπό την ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, αποδέχτηκε ένα θνησιγενές ρατσιστικό σύνταγμα περιορισμένης ανεξαρτησίας και διχοτομικών προδιαγραφών, οι συνισταμένες της οποίας είχαν τύχει επεξεργασίας στη Ζυρίχη από τις κυβερνήσεις Αγγλίας, Ελλάδας και Τουρκίας.

Συγκεκριμένα, το σύνταγμα κατάτασσε τους πολίτες σε Έλληνες και Τούρκους. Τα αιρετά αξιώματα καταλαμβάνονταν με χωριστές εκλογές. Σε κάθε πόλη ιδρύονταν χωριστοί δήμοι και θα γίνονταν χωριστές εκλογές για την πλήρωση όλων των αιρετών θέσεων του δημοσίου. Θέσεις διορισμού και προαγωγής, όπως στη δημόσια υπηρεσία και την αστυνομία, μοιράζονταν ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους με αναλογία 70-30. Στο στρατό, η αναλογία αυτή γινόταν 60-40. Ο Πρόεδρος ήταν εξ ορισμού Έλληνας και ο Αντιπρόεδρος Τούρκος, με τον καθένα να εκλέγεται από την αντίστοιχη κοινότητα. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα απολάμβανε επίσης του δικαιώματος της αρνησικυρίας τόσο στο εκτελεστικό όσο και στο νομοθετικό τμήμα της διακυβέρνησης. Ο Τουρκοκύπριος Αντιπρόεδρος μπορούσε να εμποδίσει τις αποφάσεις του Προέδρου, ενώ στη Βουλή των Αντιπροσώπων οι δημοσιονομικοί, δημοτικοί και εκλογικοί νόμοι απαιτούσαν χωριστές πλειοψηφίες.

Η Τουρκοκυπριακή ηγεσία χρησιμοποίησε πλήρως τα συνταγματικά της προνόμια για να παρεμποδίσει τις αποφάσεις της κυβέρνησης, καθιστώντας έτσι τη διακυβέρνηση της νεαρής δημοκρατίας δύσκολη και ανεπαρκή. Τα απώτερά της κίνητρα αποκαλύφθηκαν σε δύο άκρως απόρρητα έγγραφα, που βρέθηκαν τον Δεκέμβρη του 1963 στο γραφείο του Νιαζί Πλουμέρ, ενός από τους τρεις Τούρκους υπουργούς της κυβέρνησης. Τα έγγραφα αυτά, τα οποία κάλυπταν την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 1959 και Οκτωβρίου 1963, εξηγούσαν σε μεγάλη λεπτομέρεια την πολιτική της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, μια πολιτική σύμφωνα με την οποία οι συμφωνίες του 1959 ήταν ένα ενδιάμεσο στάδιο προς τη διχοτόμηση.

Το 1963, μετά που οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές στη Βουλή των Αντιπροσώπων είχαν απορρίψει τον προϋπολογισμό, ο Πρόεδρος Μακάριος, κατόπιν προτροπής των Άγγλων, απεφάσισε να υποβάλει στον Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο προς μελέτη προτάσεις για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Παρά το γεγονός ότι αυτές οι προτάσεις αποσκοπούσαν στην εξάλειψη ορισμένων αιτίων προστριβής μεταξύ των δύο κοινοτήτων, καθώς και των εμποδίων στην ομαλή λειτουργία και ανάπτυξη του κράτους, η κυβέρνηση της Άγκυρας απέρριψε εκ προοιμίου τις μεταρρυθμίσεις, ακόμα και πριν τις μελετήσουν οι Τουρκοκύπριοι. Η Τουρκοκυπριακή ηγεσία δεν άργησε να ακολουθήσει. Τον Δεκέμβριο του 1963 η ένταση επιδεινώθηκε όταν αστυνομικά οχήματα που χρησιμοποιούσαν Τουρκοκύπριοι αστυνομικοί, για τους οποίους υπήρχε υποψία ότι εμπλέκονταν στη διακίνηση όπλων, αρνήθηκαν να υποβληθούν σε κυβερνητικό έλεγχο.

Αμέσως η Τουρκοκυπριακή ηγεσία ζήτησε ανοικτά τη διχοτόμηση. Οι Τούρκοι αστυνομικοί και δημόσιοι υπάλληλοι αποσύρθηκαν μαζικά από τις θέσεις τους και η Άγκυρα απείλησε να εισβάλει. Η προσωπική παρέμβαση του Προέδρου των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον προς τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού με επιστολή στις 5 Ιουνίου 1064 απέτρεψε την εισβολή. Η εξέγερση προκάλεσε τη δημιουργία άτακτων ένοπλων ομάδων πολιτών κι από τις δύο πλευρές οι οποίες οδήγησαν σε βιαιότητες και στην απώλεια αθώων ζωών κι από τις δύο κοινότητες.

Αυτά τα τραγικά αλλά μεμονωμένα επεισόδια χρησιμοποιήθηκαν από την Τουρκία και τους εθνικιστές τουρκοκύπριους ηγέτες στην προπαγάνδα τους ότι οι δύο κοινότητες δεν μπορούσαν να ζήσουν μαζί, παρά το γεγονός ότι η ηγεσία αυτή έφερε βαριά ευθύνη για την πολιτική κατάσταση. Μεγάλος αριθμός Τουρκοκυπρίων αποτραβήχτηκαν σε θύλακες, εν μέρει ως αποτέλεσμα των εχθροπραξιών που έλαβαν χώρα, αλλά κυρίως λόγω της προσπάθειας της εθνικιστικής ηγεσίας τους να επιβάλουν την ντε φάκτο διχοτόμηση στο νησί. Ενεργώντας με αυτό τον τρόπο, η εθνικιστική τουρκοκυπριακή ηγεσία στράφηκε εναντίον μελών της ίδιας της κοινότητάς της, που υποστήριζαν τη συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Τον Απρίλη 1962, πολύ πριν την κρίση των Χριστουγέννων 1963, οι δύο εκδότες της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ» που διακήρυττε τη συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων, δολοφονήθηκαν με σφαίρες σε συνθήκες που δακτυλόδειχναν την ΤΜΤ. Τον Απρίλη 1965 ένας άλλος επιφανής Τουρκοκύπριος, υπεύθυνος του τουρκικού τμήματος των δικοινοτικών συντεχνιών, έπεσε θύμα ενέδρας και δολοφονήθηκε από την ΤΜΤ. Η πολιτική αυτή του δολοφονικού εκφοβισμού κατά των οπαδών της διακοινοτικής συνεργασίας συνεχίστηκε όλα τα χρόνια της ανεξαρτησίας. Ο τρόπος που δημιουργήθηκαν οι θύλακες δεν ακολουθούσε απαραιτήτως την κατανομή του τουρκικού πληθυσμού. Οι Τούρκοι προσπάθησαν με κάποια επιτυχία να καταλάβουν στρατηγικές θέσεις, όπως ο θύλακας των Κοκκίνων στη βόρεια ακτή, μέσω του οποίου θα μπορούσε να μεταφερθεί βαρύ στρατιωτικό υλικό και προσωπικό στο νησί από την Τουρκία, καθώς και το μεσαιωνικό κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, που δεσπόζει του δρόμου ο οποίος συνδέει την πρωτεύουσα με την παραλιακή πόλη της Κερύνειας. Ο μεγαλύτερος θύλακας στήθηκε από το Τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα (ΤΟΥΡΔΥΚ), το οποίο, παραβιάζοντας ανοικτά τη Συνθήκη Συμμαχίας, εγκατέλειψε το στρατόπεδό του και εγκαταστάθηκε βόρεια της πρωτεύουσας, αποκόπτοντας έτσι το δρόμο μεταξύ Λευκωσίας και Κερύνειας. Για την Τουρκία, οι θύλακες αυτοί δεν ήταν παρά προγεφυρώματα για διευκόλυνση της σχεδιαζόμενης εισβολής. Μάλιστα, όταν τον Αύγουστο του 1964 η κυβέρνηση προσπάθησε να ελέγξει το προγεφύρωμα των Κοκκίνων, η Τουρκική αεροπορία βομβάρδισε την Εθνική Φρουρά και τα πέριξ ελληνικά χωριά με βόμβες ναπάλμ και απείλησε να εισβάλει.

Ο άλλος κύριος στόχος που εξυπηρετούσαν οι θύλακες ήταν ο πολιτικός και φυσικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων. Παρά τους ισχυρισμούς της τουρκοκυπριακής ηγεσίας ότι ενδιαφερόταν για την κοινότητά της, η πολιτική του βίαιου διαχωρισμού δημιούργησε πολύ σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές δυσχέρειες για τις μάζες των Τουρκοκυπρίων. Αυτό το είχε επισημάνει στην έκθεσή του ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών: «Πράγματι, εφόσον η τουρκοκυπριακή ηγεσία έχει δεσμευτεί για το φυσικό και γεωγραφικό διαχωρισμό των κοινοτήτων ως πολιτικό στόχο, δεν φαίνεται πιθανόν ότι θα ενθαρρύνει τους Τουρκοκύπριους σε δραστηριότητες, οι οποίες μπορεί να ερμηνευθούν ότι αναδεικνύουν τα πλεονεκτήματα μιας υπαλλακτικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα είναι μια προφανώς σκόπιμη πολιτική αυτοαπομόνωσης των Τουρκοκυπρίων (S/6426, Έκθεση 10.6.1965, σ.271)».

Η Τουρκία βρήκε την αφορμή να επιβάλει τα διχοτομικά της σχέδια εναντίον της Κύπρου, μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 κατά της εκλεγμένης κυβέρνησης του Προέδρου Μακαρίου, που διενήργησε η στρατιωτική χούντα των Αθηνών. Στις 20 Ιουλίου, ισχυριζόμενη ότι ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεως, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις πραγματοποίησαν μια πλήρης κλίμακας εισβολή εναντίον της Κύπρου. Αν και η εισβολή παραβίαζε κάθε κανόνα της διεθνούς νομιμότητας, περιλαμβανομένου του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, η Τουρκία κατέλαβε το βόρειο τμήμα της νήσου και εκδίωξε τους Έλληνες κατοίκους του. Μέχρι το τέλος του επόμενου χρόνου, η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων που ζούσαν σε περιοχές ελεγχόμενες από την Δημοκρατία είχαν επίσης μετακινηθεί στο μέρος της Κύπρου που έλεγχε ο τουρκικός στρατός. Με αυτό τον τρόπο εφαρμόστηκε η πολιτική που είχε υιοθετήσει η Άγκυρα 20 χρόνια προηγουμένως για διχοτόμηση και βίαιη εκδίωξη πληθυσμών. Το ανθρώπινο κόστος ήταν τεράστιο. Χιλιάδες Ελληνοκύπριοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της δράσης του τουρκικού στρατού εισβολής. Επιπρόσθετα, για πολλά χρόνια αγνοείτο η τύχη περίπου 1.500 προσώπων, πολλά από τα οποία αγνοούνται μέχρι σήμερα. Πέραν του 36% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, που αντιπροσώπευε το 70% του οικονομικού δυναμικού, περιήλθε υπό την κατοχή του τουρκικού στρατού. Το ένα τρίτο των Ελληνοκυπρίων έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα.

 

Σε μια προσπάθεια να αλλοιώσει τη δημογραφική δομή της Κύπρου, η Άγκυρα μετέφερε στα κατεχόμενα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες εποίκους (είναι άγνωστος ο ακριβής αριθμός) από την Τουρκική Ανατολία. Με τη μαζική μετανάστευση Τουρκοκυπρίων (περίπου 50% του συνόλου) από τις κατεχόμενες περιοχές με προορισμό κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, ο ολικός αριθμός των Τούρκων στρατιωτών και εποίκων έγινε πολλαπλάσιος αυτού των εναπομεινάντων Τουρκοκυπρίων. Σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Δημογραφικής Πολιτικής Κύπρου, το 2011 ο Ελληνοκυπριακός πληθυσμός που αριθμούσε μόνο 572.000 ήταν ήδη μειονότητα στο νησί αφού στην ελεύθερη Κύπρο κατοικούσαν 230.000 περίπου αλλοδαποί (π.χ. ξένοι εργάτες , οικιακοί βοηθοί, αιτητές ασύλου, εικονικοί γάμοι, παρανόμως εργαζόμενοι).

 

Το Νοέμβριο 1983, οι Τουρκοκύπριοι προχώρησαν στην μονομερή ανακήρυξη της ούτω καλούμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου», μια οντότητα η οποία κηρύχθηκε ανίσχυρη από τις αποφάσεις 541(1983) και 550(1984) του ΣΑ του ΟΗΕ και η οποία αναγνωρίζεται και συντηρείται μόνο από την Τουρκία.

Με πολλά ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης και του ΣΑ, ο ΟΗΕ έχει απαιτήσει σεβασμό στην ανεξαρτησία, ενότητα και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου, την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων και των εποίκων από το νησί, την επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους και την αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασικών ελευθεριών.   Όλα αυτά τα ψηφίσματα έχουν αγνοηθεί πεισματικά από την Τουρκία και την Τουρκοκυπριακή ηγεσία.

 

Από το 1977 μέχρι σήμερα διεξάγονται συνομιλίες υπό τον ΟΗΕ για εξεύρεση λύσης του Κυπριακού. Οι κατευθυντήριες γραμμές για λύση του Κυπριακού Προβλήματος τέθηκαν σε δύο Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου μεταξύ του Προέδρου Μακαρίου και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς (Φεβρουάριος 1977) και μεταξύ του Προέδρου Κυπριανού και του Ραούφ Ντενκτάς (Μάιος 1979) υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και προέβλεπαν λύση στο πρόβλημα σύμφωνα με τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Αν και έχουν λάβει χώρα πολλοί γύροι συνομιλιών από το 1977 υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, παρόλες τις υποχωρήσεις της Ελληνοκυπριακής πλευράς δεν έχουν φέρει κανένα αποτέλεσμα λόγω της αδιαλλαξίας της Τουρκικής πλευράς και της άρνησής της να συμμορφωθεί με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ.